ΤΖΑΚΙ

http://www.secretdesires.gr/journals-of-surrender/to-by


                                                           ΤΖΑΚΙ

Με τον δείκτη του, ίσα που ακούμπησε την άκρη από το πιγούνι της. Ήθελε να της υποδείξει το σήκωμα του βλέμματος της, όχι να το καθοδηγήσει.
Εκείνη, ασφαλώς υπάκουσε. Διστακτικά.
Σήκωσε το κεφάλι της προς τα πάνω, τα μάτια της ακολούθησαν τελευταία.

Συνάντησε το βλέμμα του, τα μάτια του χαμογελούσαν.
Για λίγο, εκείνη είχε την ψευδαίσθηση πως ήταν φιλικά, οικεία. Πως δεν όφειλε να υπακούει σ’ αυτά, αλλά να χαριεντίζεται μαζί τους. Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι της, για να εισπράξει το δώρο της. Ένα χάδι του με το πίσω μέρος του χεριού του, στο μάγουλο της. Το είχε ανάγκη. Πάντα.

- Ό,τι πω; Της ψιθύρισε


Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.

- Με νοήματα δεν καταλαβαίνω, έχεις φαρυγγιτίδα, πονάει ο λαιμός, κάποιο άλλο πρόβλημα ίσως;
Έσβησε το χαμόγελο από τα μάτια του, πάγωσαν. Πάγωσε κι εκείνη.
Πολύ κράτησε η ... φιλική τους σχέση.

- Όχι, εγώ δεν... εννοώ ο λαιμός μου, δεν πρόβλημα έχει, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ εννοώ

- ΜΗΝ ΥΨΩΝΕΙΣ ΤΗ ΦΩΝΗ ΣΟΥ

-...

Έριξε κ πάλι τα μάτια της στο πάτωμα, αποκαρδιωμένη. Ποτέ, ποτέ δεν ήταν σωστή, επαρκής, κατάλληλη για εκείνον.

- Ό,τι πω; Την ξαναρώτησε

- Ό,τι πεις.

Της έγνεψε με τα μάτια, το τζάκι.

Το τζάκι στο σπίτι που νοίκιαζαν στον Παρνασσό, ήταν στο κέντρο του πετρόκτιστου τοίχου,  σ’ ένα αχανές κρύο, απρόσωπο σαλόνι. Το τζάκι φάνταζε σαν ένα τεράστιο πυρακτωμένο στόμα, που κατάπινε ξύλα, έφτυνε σπίθες, ζεμάταγε πόθους, έλιωνε αντιστάσεις και δισταγμούς. Φτιαγμένο από μάρμαρο και πέτρα, έλκυε επικίνδυνα.
Δεξιά και αριστερά της εστίας του τζακιού, πέτρινοι πάγκοι. Από κάτω τους παλέτες με ξύλα, έτοιμα να ταϊστούν στις αδηφάγες φλόγες.

- Πήγαινε εκεί.

Έκανε αυτό που της είπε.

- Ξέρεις τι θέλω να κάνεις για μένα. Θέλω να σε δω να τρέμεις. Για μένα. Όσο χρειαστεί. Μέχρι να τελειώσω το τσιγάρο μου.

Άναψε ένα τσιγάρο κι ήπιε μια γουλιά από το ποτό του. Και την κοίταζε. Όσο εκείνη υπάκουα ξεκίνησε εκεί, μπροστά στο τζάκι να του δίνει ότι της ζήτησε. Ότι ήθελε. Τις κοφτές ανάσες της, τα καρδιοχτύπια της, τις σταγόνες της...

Τον έβλεπε να τραβάει ρουφηξιές από το τσιγάρο του και ένιωθε λες και η καύτρα του της έκαιγε το δέρμα. Ήταν 3 μέτρα απέναντι της, σ’έναν καναπέ, κάπνιζε και ο καπνός από το τσιγάρο του έμπαινε μέσα της, ξανά και ξανά. Αργά. Γρήγορα. Άγρια. Δυνατά. Ήθελε να τον σταματήσει, την πονούσε, έκλαιγε. Ο καπνός όμως ήταν αδυσώπητος, βασανιστικός, την έκοβε κομμάτια, την έσκιζε σαν κομμάτι ύφασμα από μέσα προς τα έξω.

- Σε παρακαλώ... του είπε για να εισπράξει ένα βίαιο ‘ΣΥΝΕΧΙΣΕ’

Υπάκουσε. Ό,τι ήθελε. Ό,τι της ζήτησε...

Στην τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του, λίγο πριν το σβήσει, τον παρακάλεσε ξανά. Να της επιτρέψει να γίνει βροχή, να σβήσει τις φλόγες που ανέβαιναν μέσα της, να μουσκέψει τον καπνό που της έκλεβε την ψυχή βίαια, που την έκανε να τρέμει σα ψάρι, την ώρα που σπαρταρούσε για εκείνον.

Της το επέτρεψε και εκείνη ξέπνοη, ταραγμένη, εξουθενωμένη πήγε να κάτσει στον πέτρινο πάγκο που εφαπτόταν και αποτελούσε μέρος του τζακιού.

Με την άκρη του ματιού της, τον είδε να πετάγεται πάνω και να φωνάζει ‘ΜΗ!!!!!!’ αλλά ήταν αργά.
Είχε ήδη στρογγυλοκάτσει τον γυμνό κώλο της στον πάγκο, που προοριζόταν για αποθήκευση ξύλων και ΟΧΙ ΓΙΑ ΚΑΘΙΣΜΑ όταν το τζάκι ήταν αναμμένο, επειδή ασφαλώς πύρωνε από τη φωτιά που έκαιγε και μετέδιδε τη θερμότητα λίγα εκατοστά πιο πέρα.
- ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ α α α α ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

- Ηρέμησε, άσε με να δω...

- ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ Ο ΚΩΛΟΣ ΜΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

- ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ σα καρτούν, άσε με να δω!!!!!!

- ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ....

Της έκανε τάκλιν και την έριξε κάτω, δεν γινόταν αλλιώς, έτρεχε σα να της είχες βάλει νέφτι μέσα στο σαλόνι, ουρλιάζοντας και κρατώντας τον τσουρουφλισμένο πισινό της.

3 ώρες αργότερα, στο κέντρο υγείας, κλαψούριζε ακόμα. Ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα, με γυμνό κωλί  πασαλειμμένο με αλοιφές, όσο εκείνος έκανε αέρα στα κωλομέρια της μ΄΄ένα περιοδικό για να περάσει λίγο ο πόνος. Παραδίπλα, μια νοσοκόμα έκλαιγε με μαύρο δάκρυ, είχε χρόνια να γελάσει έτσι.

- Μ’ αγαπάς ακόμα; Τον ρώτησε μυξοκλαίγοντας.

- Με δυσκολία.
Έχωσε το κεφάλι της στο μαξιλάρι και έπνιξε έναν λυγμό.

- Μόνο εσύ θα μπορούσες να καταλήξεις στα επείγοντα με εγκαύματα, επειδή σου ζήτησε κάποιος να αγγίξεις λίγο το κορμί σου. Σ'αγαπάω γαμώ τη τρέλα μου. Αλλά ναι, είσαι άμπαλη.


https://www.youtube.com/watch?v=CPLRam7zREU

Next
Previous
Click here for Comments

0 σχόλια: