Έλλη



Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο, μέσα στο σκοτάδι μάντεψε περισσότερο και λιγότερο είδε τους δείχτες που έδειχναν περασμένες 3, όμως η Έλλη δεν κοιμόταν. Ήταν στο κρεβάτι και μέτραγε τις αναπνοές της. Προσηλωνόταν στον ρυθμό της καρδιάς της. Αφουγκραζόταν τη ροή του αίματος που κυλούσε
στις φλέβες της. Που έβραζε. Από αγωνία. Θυμό. Έτρεμε από ταραχή. Αδρεναλίνη στο μάξιμουμ. Ένιωθε τα μηνίγγια της να χτυπάνε δυνατά, καταλάβαινε πως είχε σηκώσει πίεση. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και τότε... Το κουδούνι στην πόρτα την τίναξε σχεδόν στον αέρα...

Πετάχτηκε πάνω. Έκανε μερικά βήματα, λίγο πριν προχωρήσει προς το σαλόνι, στάθηκε μια στιγμή και στο σκοτάδι έριξε μια ματιά, στον καθρέφτη του δωματίου της. Το σκοτεινό της είδωλο την εξέπληξε. Σχεδόν δεν αναγνώρισε τον εαυτό της. Με το παλιό φθαρμένο νυχτικό της, τα γυμνά της πόδια, το χλωμό της δέρμα, τα κουρασμένα μάτια της, περίμενε πως θα έμοιαζε κακομοίρα, αξιολύπητη, τελειωμένη! Έμεινε λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη, αντιλαμβανόμενη τι έβλεπε. Χαμογέλασε πικρά συνειδητοποιώντας για άλλη μια φορά πόσο όμορφη ήταν. Και πόσο θα το πλήρωνε αυτό. Για άλλη μία φορά.

Άνοιξε την πόρτα. Τον είδε να την κοιτάει υπεροπτικά, σφίγγοντας τα σχεδόν ανύπαρκτα χείλη του. Μάντεψε και την δική του έκπληξη, περίμενε να την βρει θαμπή, μικρή και λίγη. Αντ’ αυτού, την πόρτα του άνοιξε η πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει ποτέ, είχε ακούσει, είχε διαβάσει γι’ αυτήν – τίποτα δεν τον είχε προετοιμάσει για τόσες θάλασσες στα μάτια της. Χίλιοι ήλιοι άστραφταν στο δέρμα της, ήταν περασμένα μεσάνυχτα και η αναπνοή της φώτιζε όλα τα σκοτάδια.
Που το έκρυβε η μάγισσα όλο αυτό το φως;
Έκρυψε το μίσος του σ’ ένα παγωμένο μειδίαμα, και την χαιρέτησε κοφτά.

- Καλημέρα...
- ...
- Ξέρω είναι νωρίς.
-
- Μπορώ να περάσω
Δεν ήταν καν ερώτηση, πέρασε από δίπλα της και μπήκε στο σαλόνι. Έριξε μια ματιά στο Αρχαίο δωμάτιο, ανατρίχιασε, βρόμαγε μάρμαρο εκεί μέσα. Και ελιά. Τον ενοχλούσε.

- Δεν θα σε απασχολήσω πολύ. Ξέρεις τι θέλω.

Τον κοίταζε σιωπηλή, ανέκφραστη. Ήταν πιο κοντή από εκείνον, ήταν μικρή και ήταν λίγη. Το ρούχο της ήταν παλιό και ξηλωμένο, τα δέρμα της χλωμό, τα πόδια της γυμνά. Μα έπρεπε να τεντώσει το κεφάλι του, να σηκώσει τα μάτια του ψηλά για να την δει. “Βρομιάρα Αρχαία Μάγισσα” σκέφτηκε άλλη μια φορά.

- Θέλω να μου παραδοθείς. Θέλω να γυμνωθείς, να μ’ αφήσεις να σαρώσω το κορμί σου. Πέρασα κι από άλλες, δεν είσαι η πρώτη μου – δεν θα είσαι η τελευταία. Είμαι δυνατός. Πρέπει!
Την είδε να σηκώνει αργά αργά το νυχτικό της. Λάγνα ικανοποίηση γέμισε το στήθος του, το στομάχι του σφίχτηκε από πόθο. “Η Μάγισσα θα μου δοθεί εύκολα” αναρίγησε.

- Κοίτα ΕΔΩ, τον διέταξε και εκείνος ξαφνιασμένος υπάκουσε στην προσταγή της και έριξε το βλέμμα του στα πόδια της.
Και είδε μέσα στο σκοτάδι, αστραγάλους γεμάτους ξεραμένο αίμα, χιλιάδων χρόνων αίμα. Είδε πληγές, βαθιές, χιλιάδες χρόνια βάθος. Είδε κοψίματα από βράχια, από ξίφη, από σφαίρες.

- Σε περίμενα, είπε η Έλλη. Δεν είσαι ο πρώτος μου – δεν θα είσαι ο τελευταίος.
- Απαιτώ να μου παραδοθείς, απάντησε έξαλλος σε μια τελευταία προσπάθεια να την σπάσει.
- ΟΧΙ , απάντησε η Αρχαία Μάγισσα, τον έσπρωξε μακριά και βούλιαξε στο αίμα όλο το κορμί της.

Τόσες χιλιάδες χρόνια δεν ήταν η πρώτη φορά. Δεν θα ήταν η τελευταία.

Αθήνα, Μία 28η Οκτωβρίου, Κάποτε

Next
Previous
Click here for Comments

0 σχόλια: