Ρόμβος Πανοράματος



Ήταν ο λόγος που που είχα πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα, στο λύκειο. Έκλεινα τα μάτια και ονειρευόμουν βόλτες και καφέδες, πιώματα και παρέες, έρωτες και αλητεία.
Έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουν ελευθερία.
Έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουν Θεσσαλονίκη.
Θα έμενα σε σπίτι με την κολλητή μου, θα είχαμε περάσει στην ίδια σχολή. Θα πιάναμε δουλειά στο ίδιο καφέ, θα ξενυχτάγαμε στα ίδια μπαράκια.
Θα έκοβα κοντά τα μαλλιά μου, θα έκανα τατού και πίρσινγκ στον αφαλό και στο φρύδι, θα έκανα goth μακιγιάζ...

Έκλεινα τα μάτια και γδυνόμουν την Αθήνα που με γέννησε. Nτυνόμουν ένα ξένο δέρμα, μιας πόλης 500 χιλιόμετρα πάνω από μένα.

Έφαγα ήττα στις Πανελλήνιες στ’ αρχαία, ούτε απ έξω από τη σχολή στο Αριστοτέλειο δεν πέρναγα, όχι να μπω και μέσα! Έφυγα γι’ αλλού.
Και η κολλητή μου δεν ήρθε. Ούτε σε μπαράκι δούλεψα, ούτε πίρσινγκ έκανα, ούτε goth μακιγιάζ.

Λίγα χρόνια αργότερα, ανήμερα των γενεθλίων μου, ένας μεγάλος έρωτας μου κάνει δώρο ταξίδι στη Θεσσαλονίκη. Περπατήσαμε την Εγνατία από πάνω και τη λεωφόρο Νίκης. Δεν είχε κόσμο. Ένα σούρουπο κι ένα ξημέρωμα. Τσουχτερό το κρύο Νοέμβρη μήνα , δεν διαπέρασε την καψούρα μας. Θα κρατούσε για πάντα, λέγαμε (και ενάμιση χρόνο μετά, κάτω στην Αθήνα, Αύγουστο στην Πανεπιστημίου, ήρθαμε μούρη με μούρη και δεν είπαμε ούτε γεια).
Θα κρατούσε για πάντα , λέγαμε. Θα μέναμε στα Κάστρα, εκείνος θα μετέφερε την εταιρία του και γω θα έκανα το μεταπτυχιακό μου. Και μου πέρασε ένα κουλούρι Θεσσαλονίκης για βραχιόλι στο χέρι και έξω από τον Άγιο Δημήτριο κάναμε πλάκα πως εδώ θα παντρευτούμε και κανονίζαμε με ποιο τρόπο θα μεταφέρουμε και που θα φιλοξενήσουμε τα συμπεθέρια και τα γιαγιοπάππουδα. (και μερικά “για πάντα” αργότερα, εγώ μπήκα στον Άγιο Νικόλαο στην Καλλιθέα νύφη, και εκείνος γαμπρός στον Άγιο Τρύφωνα στην Άνω Γλυφάδα)

Μήνα του μέλιτος Χαλκιδική.Φύγαμε καρφί για εκεί, με το αμάξι, δεν σταματήσαμε ούτε για καφέ στη Θεσσαλονίκη. Είπαμε “στην επιστροφή θα μείνουμε λίγες μέρες, πρέπει να αγοράσουμε και γλυκά να φέρουμε στην Αθήνα, δώρα. Θα συναντούσαμε και φίλους να πάμε Λαδάδικα, μετά ήθελα να μπω και στον Λευκό Πύργο, ήθελα να δω και τη Ροτόντα...
Μας πήραν τηλέφωνο γυρνώντας από Χαλκιδική, λίγο έξω από την Καρδία να γυρίσουμε γρήγορα Αθήνα, ένας τριτοτέταρτος θείος τίναξε τα πέταλα. Κοιταχτήκαμε στα μάτια, κουνήσαμε συγκαταβατικά το κεφάλι και υποκύψαμε στις πιέσεις να επιστρέψουμε για να μη χαλάσουμε χατίρια.

Έναν χρόνο μετά, είχαμε κόψει τις πολλές παρτίδες με τους συγγενείς και τα κουμανταλίκια τους αλλά τότε ήμασταν ακόμα ψάρακες και ούτε για ένα τρίγωνο δε κάναμε στάση. Λέγαμε, “του χρόνου, σιγουράκι θα ξανάρθουμε”

Το σιγουράκι έγινε δυσκολάκι, το επόμενο καλοκαίρι ήμασταν 5 στην παρέα, είχε προστεθεί ένα γατί, ένα σκυλί κι ένα μωρό.
Και τρίγωνο Πανοράματος φάγαμε από ζαχαροπλαστείο στην Πατησίων τελικά, πιο καμία σχέση δεν έχει, θα μπορούσε κάλλιστα να λέγεται τετράγωνο ή ρόμβος – πάντως τρίγωνο πανοράματος δεν ήταν! Για σαραγλί ούτε λόγος, τσουρέκια της προκοπής επίσης.... από φωτογραφίες μόνο, στην εγκυμοσύνη έβλεπα φωτός στο ίντερνετ κι έγλειφα την οθόνη, στον 6ο μήνα με λυπήθηκε μια φίλη Καλαμαριώτισσα παντρεμένη στην Αθήνα, και μου έφερε 2 κομμάτια μπακλαβά από αυτόν που της είχε στείλει η μάνα της κι έτσι δε γέννησα πρόωρα.

Είναι καιρός που σταμάτησα να σκέφτομαι τη Θεσσαλονίκη, τι θα μπορούσε να έχει γίνει, πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να ήταν όλα... “Η Ζωή Που Δεν Έζησα” θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της σχέσης μου με την πόλη αυτή, ή ίσως “το Ταξίδι που Δεν Πήγα” όμως εμένα ο πόνος μου είναι άλλος και έτσι λοιπόν επιλέγω “Το Τρίγωνο που Δεν Έφαγα” κι έτσι ξορκίζω την πίκρα μου μ αυτό εδώ το κειμενάκι!


Next
Previous
Click here for Comments

0 σχόλια: