Ο Γαμπρός το 'σκασε


Ήταν 1 το μεσημέρι όταν χτύπησε το τηλέφωνο του Μανώλη για 2η φορά. Την πρώτη το άκουσε από το ντουζ, τη δεύτερη μόλις είχε βγει, οπότε και πρόλαβε να το σηκώσει, βλέποντας στην οθόνη «ΧΑΡΗΣ».
-Έλα ρέι, τι έγινε;
-Πού είσαι;
-Σπίτι, πού να είμαι, τώρα βγήκα από το μπάνιο, να ετοιμαστώ σιγά σιγά και να πάω προς το σπίτι του άλλου.
-Ναι, γι’αυτό σε πήρα, μην πας!
-Γιατί τι έγινε, δεν θα τον ντύσουμε;
-Θα τον ντύσουμε. Άμα τον βρούμε. Το ΄σκασε.
– ….
–Έρχομαι από εκεί, σε 10′ , κατέβα να δούμε τι θα κάνουμε!
Πράγματι, 10 λεπτά αργότερα ο Χάρης πέρασε από το σπίτι του Μανώλη και μέσα στο αμάξι του εξηγούσε τι είχε συμβεί. Το προηγούμενο βράδυ είχαν βγήκαν όλοι μαζί, ένεκα μπάτσελορ πάρτυ , όμως το τιμώμενο πρόσωπο δεν είχε κέφια. «Έλα ρε, για γαμπρός πας, δεν πας για κρέμασμα», του έλεγαν και τον χτυπούσαν φιλικά στην πλάτη, εισπράττοντας ως απάντηση το μεσαίο υψωμένο του δάχτυλο. Δεν έμειναν ως αργά, γιατί όλοι είχαν σκοπό να το ξενυχτήσουν την επόμενη, έτσι και ο γαμπρός επέστρεψε κατά τις 2 στο πατρικό του, να κοιμηθεί στο εφηβικό του δωμάτιο μιας και στο σπίτι που έμενε με τη Μίνα – την κοπέλα του – θα κοιμόντουσαν εκείνο το βράδυ οι φίλες της.
Και κάπου εδώ χάνονται τα ίχνη του.
Πρωί Σαββάτου ανοίγει η μάνα του την πόρτα στο υπνοδωμάτιο,  άφαντος ο Αντωνάκης. Ξυπνάει
τον αδερφό του, που ήταν μαζί  το προηγούμενο βράδυ, δεν είχε ιδέα που ήταν. Προφανώς ο Αντώνης είχε φύγει από το σπίτι αξημέρωτα, ΑΝ είχε κοιμηθεί και καθόλου. Επόμενη κίνηση της οικογένειας να καλέσουν τους κολλητούς του, τον Χάρη και τον Μανώλη, οι οποίοι έπρεπε να βγάλουν άμεσα το φίδι από την τρύπα.
Μέσα στο αμάξι λοιπόν του Χάρη, οι δύο φίλοι, έχουν ήδη πάρει τηλέφωνο όλους τους πιθανούς ανθρώπους που μπορεί να ήξεραν που είναι ο Αντώνης και είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν τους απίθανους.
– Ρε λες να ξέρει κάτι η Άννα;
– Ποια Άννα;
– Η Άννα!
– Α! Η Άννα…
– Εσύ πάρ’ τη.
– Μη ξηγιέσαι έτσι, φίλος. Εσύ την ήξερες καλύτερα, εμένα δε με γούσταρε ποτέ.
Ο Χάρης στραβοκοιτάει τον Μανώλη και βρίζοντας την τύχη του, καλεί την Άννα. Την Άννα με την οποία ήταν δύο χρόνια ο Αντώνης, πριν το διαλύσουν και γνωρίσει τη Μίνα. Την Άννα, την ΠΡΩΗΝ.
– Άννα;
– Χάρη;!
– Εμ.. Ναι.. Γεια. Τι νέα;
– …. Καλά.
– Νννναι. Πάντα καλά. Θα αναρωτιέσαι γιατί σε πήρα.
– Ε λίγο…
– Ναι χαχα σωστά. Χμ ναι. Κοίτα εμ… δε ξέρω πως να στο πω…
– Ζωγράφισε το.
– Είναι εκεί ο Αντώνης;
– Ποιος Αντώνης;
– Ο Ρέμος, στο Diogenis δεν πήρα; Μια κράτηση θα ήθελα να κάνω, για 4 άτομα για το άλλο Σάββατο.
– Χάρη με δουλεύεις;
– Εσύ το άρχισες, ρε Άννα, άκου εκεί ποιος Αντώνης. Έχει εξαφανιστεί και τον ψάχνουμε, είναι πολύ σημαντικό να τον βρούμε άμεσα.
– Και τι είμαι εγώ ρε συ Χάρη, γραφείο απολεσθέντων; Και πέρα από αυτό, ξέρεις που είμαι;
– Όχι αλλά προφανώς θα μου πεις, ε;
– Στο μαιευτήριο Χάρη, γέννησα προχτές, παντρεύτηκα πριν ένα χρόνο!
– Να σου ζήσει, στο θέμα μας τώρα, μήπως ξέρεις που είναι ο Αντ…
-κλονκ-
Καπάκι χτυπάει το τηλέφωνο του Μανώλη, όπου βλέπει το όνομα της Μίνας, της νύφης και χλωμιάζει.
– Δεν το σηκώνω, δεν το σηκώνω!
– Πας καλά ρε, σήκωσε το!
– Και τι θα της πω ρε, «να εδώ με το Χάρη ψάχνουμε ΠΟΥ ΣΤΟ @@@@@@ έχει πάει ο άντρας σου, που παίζει να έχει ψοφήσει κιόλας προκειμένου να γλιτώσει την κουλούρα»;
-Απάντα, μπορεί να ξέρει εκείνη ρε και να βασανιζόμαστε άδικα εμείς!
Ευτυχώς, δεν ήταν η Μίνα στο τηλέφωνο. Δυστυχώς, ήταν η κολλητή της, η Έλενα. Που είχε μάθει πως ο γαμπρός αγνοείτο και μόλις η ατυχήσασα νύφη, που δεν ήξερε ακόμα την αλήθεια, πήγε να κάνει μπάνιο, πήρε το τηλέφωνο της και κάλεσε τους φίλους του γαμπρού.
-Θα σας πάρει και θα σας σηκώσει, βρείτε τον κάφρο και φέρτε τον σηκωτό, αν την πουλήσει και δεν έρθει,  αλλοίμονο σας  ΔΕ ΘΑ ΒΡΕΙ Ο ΠΑΠΑΣ ΝΑ ΘΑΨΕΙ, το νου σας ρεμάλια! Βρείτε τον και φέρτε τον, ζωντανός ή πεθαμένος ΘΑ ΜΠΕΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΗΜΕΡΑ, ακούσατε;!
-κλονκ-
Οι δύο φίλοι είχαν μείνει με ένα τηλέφωνο στο χέρι ο καθένας, που μόλις τους είχαν κλείσει στα μούτρα.
Κοιτάχτηκαν με παγωμένο βλέμμα, ώσπου ξαφνικά τα μάτια του Χάρη άστραψαν.
– Ρε συ! Λες;
– ;
– Φύγαμε για γηπεδάκια! Πίσω από το πάρκο ρε, εκεί που παίζαμε παλιά μπάσκετ! Εκεί που τον βρίσκαμε όταν τον κυνηγούσε η μάνα του να τον γδάρει όταν έμεινε μεταξεταστέος στ’αρχαία!
Δεν πίστευαν την τύχη τους, όταν λίγο αργότερα, φτάνοντας στο παλιό γήπεδο με τη μπασκέτα, βρήκαν τον Αντώνη, άυπνο, χλωμό, με απλανές βλέμμα να βαράει σουτ. Τον πλησίασαν σιγά.
– Αγορίνα… ;
– …
– Όλα καλά;
– Ναι γιατί;
– Ξέρω γω, μήπως επειδή ΠΑΝΤΡΕΥΕΣΑΙ σε λίγες ώρες, σε ψάχνουν όλοι κι έχεις εξαφανιστεί; Μήπως, λέω εγώ τώρα, μήπως – και με κίνδυνο να θεωρηθώ υπερβολικός –  ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΚΑΛΑ;
– Δε θα πάω.
Ο Μανώλης έκανε να τον βουτήξει, ο Χάρης μπήκε στη μέση:
– Ώπα ώπα ΝΑ ΤΟ ΣΥΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΛΙΓΟ; Ψυχραιμία! Αγόρι μου, η γυναίκα σου σε λίγο θα σε περιμένει στην εκκλησία ντυμένη νύφη, όλος ο κόσμος θα είναι εκεί, είναι όλα έτοιμα, μη με τρελαίνεις τώρα! Πάμε να παντρευτείς όμορφα κι ωραία και το σκέφτεσαι μετά, έχεις χρόνια μπροστά σου να το μετανιώσεις!
– Δεν πάω ρε. Δεν πάω! Μια ζωή στρατιωτάκι, πιόνι ενός συστήματος, εξάρτημα της μηχανής! 12 χρόνια σχολείο, 4 σχολή, να υπηρετήσω τη μαμά πατρίδα, να βρω δουλειά, να παντρευτώ, να είμαι μια ζωή σκλάβος! Δε γουστάρω!
– Ε και τι θα κάνεις;
– Αποφάσισα. Θα πάω στο Θιβέτ. Ένας φίλος φίλου, πουλάει σχοινιά σε ορειβάτες στους πρόποδες των Ιμαλαΐων. Θα πάω να τον βρω.
– …
Ο Αντώνης τους γύρισε την πλάτη και συνέχισε χαμένος στις σκέψεις του, να βαράει σουτ (και να τα χάνει όλα) στη μπασκέτα.
Οι δύο φίλοι απομακρύνθηκαν λίγο από κοντά του. Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Ήξεραν πως είχε έρθει η ώρα. Έπρεπε να δράσουν, ο χρόνος τους πίεζε, ο κολλητός τους από το άγχος είχε μπλοκάρει, ήξεραν πως αγαπούσε την Μίνα περισσότερο από τη ζωή του και πως ήταν ένα βήμα μακριά από το να τα τινάξει όλα στον αέρα λόγω στρες. Έπρεπε να ξεκολλήσει. Μία λύση μόνο υπήρχε. Έπρεπε μόνο να αποφασίσουν στα γρήγορα ποιος θα θυσιαζόταν από τους δυο. Βγάζει ο Χάρης ένα κέρμα, ο Μανώλης διαλέγει γράμματα, ο Χάρης το στρίβει, κορώνα… Χτυπάει τον Μανώλη στη πλάτη για να του δώσει κουράγιο (και ας είχε κλέψει στο στρίψιμο του κέρματος) και ο Μανώλης προχωράει προς τον Αντώνη. Η μεγάλη ώρα ήταν τώρα… ή όλα ή τίποτα.
– Αντώνη…
– Λέγε ότι θες, μόνο να ξέρεις εγώ στην εκκλησία δεν πάω, αύριο φεύγω για Θιβέτ.
– Ναι ρε αδερφέ, στο καλό, άλλο σε ήθελα…
– Τι;
– Να… τώρα που εσύ φεύγεις… Εννοώ δεν θα παντρευτείς…
– Ναι;
– Ε και δεν θα παντρευτεί και η Μίνα, προφανώς
– …
– Λέω… μήπως θα σε πείραζε… Ελεύθερη κοπέλα θα είναι, ελεύθερος και γω, ωραίο μωράκι είναι, πάντα την γούσταρα, αλλά δεν έκανα κίνηση επειδή ήσουν εσύ στη μέση… Τώρα που εσύ φεύγεις, μπορώ εγώ να τ…
Ο γάμος έγινε κανονικά. Ο γαμπρός αν και χλωμός και λίγο κουρασμένος, στάθηκε στο πλάι της ευτυχισμένης νύφης, επάξια. Στις φωτογραφίες του γάμου όλοι έλαμπαν. Στο πλάι του γαμπρού οι κολλητοί του, φίλοι αδερφικοί από παιδιά. Ο Χάρης μπροστά, ο έρμος ο Μανώλης λίγο πιο πίσω. Στεκόταν αριστερό προφίλ. Ποτέ δεξί.
Να μη φαίνεται το μαυρισμένο μάτι.

http://www.gamos-portal.gr/blog/bloggers/gampros-to-eskase/#.WATrVckufIW

Next
Previous
Click here for Comments

0 σχόλια: